αἱμώνιος
αἱμώνιος, blood-red
αἱμώνιος, ον,
- blood-red, σῦκα Ath. 3.76b.
rojo sangre
σῦκα ... ἅπερ διὰ τὸ ἐρυθρῶδες καὶ τῆς προσηγορίας ταύτης ἔτυχεν
αἱμώνιος, ος, ον, d’un rouge sang, Ath. 76b (αἵμων 2).