Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτανεψιά
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐστηρότης
αὐστηρῶς
Αὐσχίσαι
Αὔσων
Αὐσώνιος
αὐσωτοῦ
αὐτ
ἀυτά
αὐτάγαθος
αὐταγαθότης
αὐτάγγελος
αὐτάγγελτος
αὐτάγητος
αὐταγρεσία
αὐταγρεσίη
αὐτάγρετος
αὐτάγρευτος
αὐτάδελφος
αὐτάδης
Αὐταῖοι
αὐταίτιος
αὐταιώρητος
αὐτακολούθησις
αὐτάλεν
αὐτάλκης
αὐταμαρόν
αὐτανδρί
αὔτανδρος
Αὔτανδρος
αὐτανεψία
αὐτανεψιά
αὐτανέψιος
αὐτανεψιός
αὐτανίδας
αὐτάντας
αυταόρα
αὐταπειρία
αὐταπόδεικτος
αὐτάρ
αὖταρ
αὐταρέσκεια
αὐταρεσκέω
αὐτάρεσκος
αὐτάρεστος
Αὐταριᾶται
Αὐταριεῖς
Αὐταριεύς
Αὐτάριτος
αὐτάρκεια
αὐταρκεσία
αὐταρκέω
αὐτάρκης
αὐταρκία
αὐταρκίη
αὐτάρκως
αὐταρχέω
αὐταρχή
αὐτάρχης
αὐταρχία
αὔταρχος
αὐταύλης
…
αὐτανεψιά
Save
Bailly 2024
αὐτ·ανεψιά,
ᾶς
(
ἡ
) [
ᾰν
] cousine germaine,
Lyc.
811
.
Étym.
fém. du suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}