βαρυόπας
βαρυόπας, loudvoiced
βᾰρυ-όπᾱς, ὁ, (ὄψ)
- loud-voiced, of Zeus, in acc. -ᾱν, Pi. P. 6.24.
βᾰρῠόπας
- 1deep voiced Κρονίδαν, βαρυόπαν στεροπᾶν κεραυνῶν τε πρύτανιν (βαρύοπα coni. Maas.) P. 6.24