βαρυπεψία
digestión pesada, indigestión
ἔσται ἡ καταρχὴ τῆς νόσου ἀπὸ ἐμέτων καὶ χολέρας ἢ βαρυπεψίας
βαρυ·πεψία, ας (ἡ) difficulté de digestion, Herm. Iatr. 50.
Étym. β. πεπτός, vb. de πέπτω.
digestión pesada, indigestión
ἔσται ἡ καταρχὴ τῆς νόσου ἀπὸ ἐμέτων καὶ χολέρας ἢ βαρυπεψίας