Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βλάσκω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βλαιτόνους
βλακεία
Βλακεία
βλακείας
βλακεννόμιον
βλακεννόμιον τέλος
βλάκευμα
βλακεύς
βλακεύω
βλακία
βλακίας
βλακικός
βλακικῶς
βλακίστατος
βλακότης
βλακώδης
βλάμμα
Βλάνδα
Βλάννων
βλάνος
Βλανῶνα
βλάξ
βλαπτήριος
βλαπτικός
βλαπτικῶς
βλάπτω
βλάσαμον
Βλασίων
βλάσκει
βλασκείας
βλάσκω
Βλάσκων
βλάστα
βλαστάζειν
βλαστάνω
βλασταρίζουσα
βλαστάριον
βλαστάω
βλαστεῖον
βλαστέω
βλάστη
Βλάστη
βλάστημα
βλαστημός
βλαστημοσύνη
βλαστήμων
βλάστησις
βλαστήσω
βλαστητικός
βλαστικός
βλαστοδρεπής
βλαστοκοπέω
βλαστολογέω
βλαστολογία
βλαστόν
βλαστός
Βλάστος
Βλαστοφοίνικες
βλαστοφορέω
βλαστοφυέω
βλαστόω
…
βλάσκω
Save
Pape
βλάσκω
, = λέγω, Hesych., also βάσκω ?
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}