βλαστοκοπέω
βλαστοκοπέω, cut off young shoots
βλαστο-κοπέω,
- cut off young shoots, in Pass., ὅταν ὑπὸ πνευμάτων -ηθῇ Thphr. HP 4.14.6, cf. CP 5.9.13.
tronchar retoños en v. pas.
ὅταν ὑπὸ πνευμάτων βλαστοκοπηθῇ
βλαστο·κοπέω-ῶ, f. ήσω, couper les jeunes pousses, Th. C.P. 5, 9, 13.
Étym. βλαστός, -κοπος de κόπτω.
βλαστοκοπέω, junge Triebe abschneiden, Theophr.