βοηθητέον
βοηθητέον, one must help
βοηθ-ητέον,
- one must help, X. HG 6.5.10, D. 1.17, etc.
- II Adj. -ητέος, α, ον, Jul. Or. 7.229a.
hay que socorrer c. dat.
τοῖς τεθνεῶσι
ἐπανόρθωσιν ἔχουσι
τοῖς λυπουμένοις
βοηθητέα γοῦν τῷ ἀνδρί
βοηθητέον ὡς τὸ κενὸν πληρώσῃς
βοηθητέον, vb. de βοηθέω, Xén. Hell. 6, 5, 10 ; Dém. 14, 5.