βόημα
βόημα, v. βόᾱμα.
1 grito humano
χαμαιπετὲς β.
βοᾶν ... θηρίων ... βοήματα
2 fig. sonido musical
λύρας
καὶ αὐλῶν καὶ σαλπίγγων
βόημα, ατος (τὸ) son aigu (de trompettes, de flûtes), DC.
Étym. forme réc. p. βόαμα, v. ce mot.
βόημα, τό, = βόαμα, σαλπίγγων καὶ αὐλῶν D.Cass.