βοηλάτας
βοηλᾰτας
- 1ox driving i. e. when an ox is led to sacrifice. (v. Burkert, GRBS, 1966, 98.) ταὶ Διωνύσου πόθεν ἐξέφανεν σὺν βοηλάτᾳ χάριτες διθυράμβῳ; O. 13.19