βότειος Save βότειος, of a sheep LSJ DGE Grieks Nederlands βότειος, α, ον, (βοτόν) of a sheep, κώδια PFay. 107.4. βότειος -α, -ον de oveja κώδια PFay.107.4 (II d.C.), δέρματα POxy.3505.4, 9, 12 (II d.C.), κρέας IStratonikeia 17.13, 281.17 (ambas II d.C.), cf. PUG 52.2.7 (III d.C.). βότειος -α -ον [βοτόν] van schapen.