Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βοτανοτρόφος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βοστρυχίζω
βοστρύχιον
βοστρυχίτης
βοστρυχοειδής
βόστρυχον
βοστρυχόομαι
βόστρυχος
βοστρυχόω
βοστρυχώδης
βοστρυχωδῶς
βοστρύχωμα
βοτά
βοτάμια
βοτάνα
βοτάνη
βοτανήαρσις
βοτάνηθεν
βοτανηφάγος
βοτανηφορέω
βοτανηφόρος
βοτανία
βοτανίδιον
βοτανίζω
βοτανικός
βοτάνιον
βοτανισμός
βοτανολογέω
βοτανολογία
βοτανολόγος
βοτάνον
βοτανοτρόφος
βοτανοφαγία
βοτανοφάγιον
βοτανώδης
βότειος
βότειρα
Βοτείρας
βοτέομαι
βοτέον
βοτέω
βοτήρ
βοτηράρχης
βοτηρίδιν
βοτηρικός
βότης
βοτής
Βοτιάειον
Βοτιαεύς
βότις
βοτόν
βότον
βότραχος
βοτρεύς
Βότρης
Βοτρύας
βοτρύδιον
βοτρυδόν
βοτρυηδόν
Βοτρυηνός
βοτρυηρός
βοτρυηφορέω
…
βοτανοτρόφος
Save
Pape
βοτανοτρόφος
,
Kräuter ernährend, Schol. Eur. Phoen
. 833.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}