βριθοσύνη
βριθοσύνη, weight, heaviness
βρῑθοσύνη, ἡ,
- weight, Il. 5.839, 12.460, Nonn. D. 1.298.
peso
μέγα δ' ἔβραχε φήγινος ἄξων βριθοσύνῃ
πέσε δὲ λίθος εἴσω βριθοσύνῃ
ἀιδνὴ κήκιε λιγνὺς βριθοσύνῃ
βριθοσύνη, ης (ἡ) [ῑῠ] c. le préc. Il. 5, 839 ; 12, 460 ; Nonn. D. 1, 298.
βριθοσύνη, [ῑ], ἡ, die Wucht, Last, Hom. zweimal, dativ. βριθοσύνῃ Versanfang, Il. 5.839 μέγα δʼ ἔβραχε φήγινος ἄξων | βριθοσύνῃ, 12.460 πέσε δὲ λίθος εἴσω | βριθοσύνῃ. – Nonn. D. 1.298.
βριθοσύνη
(ῑ) -ης, ἡ
[βριθύς.]
Weight, load: ἔβραχεν ἄξων βριθοσύνῃ Il. 5.839, πέσε λίθος εἴσω βριθοσύνῃ (by its weight) Il. 12.460.
βριθοσύνη
- weight, heaviness, Il.