βρίκελος
βρίκελος, tragic mask
βρίκελος, ὁ,
- a name of a tragic mask, Cratin. 205, acc. to Did. ap. Hsch. also expld. as = ἱστοπόδης or βάρβαρος (βριξὶν (leg. βρύξιν) ἴκελα· οὕτω δὲ ἔλεγον τοὺς βαρβάρους Paus.Gr. Fr. 95).
n. de una máscara trágica
αἶρε δεῦρο τοὺς βρικέλους
•
βρίκελοι· οἱ μὲν τοὺς ἱστόποδας, ἀπὸ τοῦ βάρους καὶ τοῦ ξύλου· οἱ δὲ βαρβάρους