βρῖθος
βρῖθος, weight
βρῖθος, εος, τό,
- weight, Hp. Mul. 1.48, E. Tr. 1050, Plu. Marc. 15; τῶν ἀτυχημάτων τὰ μὲν ἔχει τι β. καὶ ῥοπὴν πρὸς τὸν βίον Arist. EN 1101a29.
peso
β. γίνεται ἐν τῇσι μέτρῃσι
μεῖζον β. ἢ πάροιθ' ἔχει;
¿pesa más que antes? ref. a Helenaτὸ τῆς κύστεως β.
δραχμάων τρίφατον δεκάδος ... β.
μηδενὸς ὅλως τὸ β. στέγοντος
de las piedras lanzadas como proyectiles
• fig.
τῶν ἀτυχημάτων τὰ μὲν ἔχει τι β. καὶ ῥοπὴν πρὸς τὸν βίον
algunas de las desgracias tienen un peso e influencia en la vida
βρῖθος, εος-ους (τὸ) poids, lourd fardeau, Hpc. 609, 15 ; Eur. Tr. 1050 ; fig. Arstt. Nic. 1, 11, 3.
Étym. cf. βριθύς et βρίθω.
βρῖθος, τό, die Wucht, Last, Hippocr.; Eur. Tr. 1050 ; Arist. Eth. Nic. 1.11 u. Sp.
βρῖθος
βριθύς
- weight, Eur.