βριμάζω
βριμάζω, roar like a lion
βρῑμ-άζω,
- roar like a lion, Suid., Hsch.: c. acc., roar against, PMag.Par. 1.2247 (s. v. l.); also, = ὀργᾶν ἐς συνουσίαν (Cypr.), Hsch.
1 rugir contra
βρίμασον τὸν δεῖνα
• rugir como un león Hsch., Sud.
2 chipr.
βριμάζει· ὀργᾷ εἰς συνουσίαν
βριμάζω, [ῑ], brüllen, VLL.