Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βρικόν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βρίζω
βριζώ
Βριζώ
βριήπυος
βρίηρον
βριηρόν
Βριθαγόρας
Βρίθακος
Βριθάκων
Βρίθαξ
Βρίθαρχος
βριθόκερως
βρῖθον
βρῖθος
βριθοσύνη
Βριθοσύνη
βριθυεργός
βριθύκερως
βριθύνοος
βριθύς
βρίθω
Βριθώ
βρίκαλα
βρικάριος
βρίκελοι
βρίκελος
βρικίννη
Βρικιννίαι
Βρικιννιάτης
βρικίσματα
βρικόν
βρικός
Βριλησὸν
Βριλησσόν
Βριλήττιος
βριλών
βριμάζω
βριμαίνω
βριμάομαι
βριμάω
βρίμελος
βρίμη
βριμηδόν
βρίμημα
Βριμίας
βριμόβρυχος
βριμόομαι
βριμός
βριμώ
Βριμώ
βριμώδης
βρίμωσις
βρινδεῖν
βρίνθος
βρίννια
βρίξ
Βριξάβα
Βριξάνται
Βρίξελλοι
Βρίξελλον
Βριξία
…
βρικόν
Save
LSJ
βρικόν·
ὄνον
(Cyren.),
Hsch.
:
βρικοί·
πονηροί,
Id.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}