βριθύς
βριθύς, weighty, heavy
βρῑθύς, εῖα, ύ,
- heavy, ἔγχος Il. 5.746, etc.; once in Trag., βριθύτερος A. Ag. 200 (lyr.), cf. Id. Eleg. 5, Q.S. 3.540 (Comp.).
1 pesado
ἔγχος
ὁπλιτοπάλας
ῥόπαλον
λίθος
δέμας
2 fig. triste, amargo
χείματος ... μῆχαρ βριθύτερον
βριθύς, εῖα, ύ [ῑ] lourd, pesant, Il. 5, 746, etc. ||
Cp. βριθύτερος, Eschl. Ag. 200.
Étym. cf. βρίθω.
βριθύς, [ῑ], εῖα, ύ, schwer, wuchtvoll, Hom. sechsmal, als Epitheton von ἔγχος, in der Form βριθύ, Versanfang, neben μέγα στιβαρόν, ἔγχος βριθὺ μέγα στιβαρόν Il. 5.746, 8.390, 16.141, 802, 19.388, Od. 1.100. – Kompar. βριθύτερος Aesch. Ag. 200.
βριθύς
-ύ
[cf. βαρύς and βρί̄θω.]
Heavy, weighty: ἔγχος Il. 5.746 = Il. 8.390, Il. 16.141 = Il. 19.388, Il. 16.802: Od. 1.100.
βριθύς , εῖα, ύ: heavy, ponderous.
βριθύς
Cf. βριαρός.
- weighty, heavy, Il, Irreg. comp. βριθύτερος, Aesch.