βότης Save LSJ DGE Bailly 2024 βότης, ου, ὁ, = βούτης, EM 218.42. βότης -ου, ὁ pastor, EM 218.42G., Eust.71.10, cf. βοτήρ, βούτης. βότης, ου (ὁ) c. βοτήρ, Hom. Ep. 11.