Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βότον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βοτανία
βοτανίδιον
βοτανίζω
βοτανικός
βοτάνιον
βοτανισμός
βοτανολογέω
βοτανολογία
βοτανολόγος
βοτάνον
βοτανοτρόφος
βοτανοφαγία
βοτανοφάγιον
βοτανώδης
βότειος
βότειρα
Βοτείρας
βοτέομαι
βοτέον
βοτέω
βοτήρ
βοτηράρχης
βοτηρίδιν
βοτηρικός
βότης
βοτής
Βοτιάειον
Βοτιαεύς
βότις
βοτόν
βότον
βότραχος
βοτρεύς
Βότρης
Βοτρύας
βοτρύδιον
βοτρυδόν
βοτρυηδόν
Βοτρυηνός
βοτρυηρός
βοτρυηφορέω
βοτρυηφόρος
βοτρύϊνος
βοτρύϊος
βοτρυΐτης
βοτρυῗτις
βοτρυῖτις
Βοτρυλίων
βοτρυμός
βοτρυόδωρος
βοτρυοειδής
βοτρυόεις
βοτρυοκαρποτόκος
βοτρυόκοσμος
βότρυον
βοτρυόομαι
βοτρυόπαις
βοτρυοσταγής
βοτρυοστέφανος
βοτρυοῦχος
βοτρυοφορέω
…
βότον
Save
DGE
βότον
-ου, τό
lat.
uotum
,
voto
,
ofrenda
θεῖα βότα
PMasp
.57.1.32 (VI d.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}