γενεθλίωμα
γενεθλίωμα, ατος, τό,
- = γενέθλη, Iamb. ap. Sch. Hes. Th. 459.
vástago, hijo
Κρόνος εἴρηται ... κιρνᾶν ἕκαστα τῶν γενεθλιωμάτων
γενεθλίωμα, ατος (τὸ) c. γενέθλη, Jambl. (Sch.-Hés. Th. 459).
Étym. *γενεθλιόω, de γενέθλιος.
γενεθλίωμα, τό, = γέννημα, Schol. Hes. Th. 459.