γενεθλίδιος
γενεθλίδιος, ον,
- = γενέθλιος, δῶρα AP 6.325 (Leon.), cf. 243 (Diod.).
1 del día de nacimiento
θυηπολίαι
2 de cumpleaños
δῶρα
γενεθλίδιος, ος, ον, c. γενέθλιος, Anth. 6, 243 et 325.
γενεθλίδιος, = γενέθλιος, θυηπολίαι Diod. 2 (VI.243); δῶρα Leon.Alex. 20 (VI.325).