γοηρός Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape γο-ηρός, ά, όν, poet. for γοερός, Lyc. 1057, Epigr.Gr. 790.7 (Dyme). γοηρός -ά, -όν luctuoso φῶς Lyc.1057, cf. γοερός. γοηρός, ά, όν, poét. c. γοερός, Lyc. 1057. γοηρός, = γοερός, Lycophr. 1057.