γοητευτικός
γοητ-ευτικός, ή, όν,
- = γοητικός, Porph. VP 39, Poll. 4.48. Adv. -κῶς ib. 51.
1 embrujador, que hechiza
ἡδονή
2 adv. -ῶς con poder de encantamiento Poll.4.51.
γοητευτικός, ή, όν, c. γοητικός, Porph. V. Pyth. 70.
γοητευτικός, = γοητικός, Sp., Poll. 4.84.