γοητεύω
γοητεύω, to bewitch, beguile
- bewitch, beguile, Pl. Grg. 483e, etc.:—Pass., Id. R. 412e, 413b, D. 19.102, etc.; fascinate, as a snake, Plot. 4.4.40.
- 2 abs., play the wizard, D.L. 8.59.
1 embrujar, hechizar
(τοὺς βελτίστους) κατεπᾴδοντές τε καὶ γοητεύοντες
καὶ νῦν ... γοητεύεις με καὶ φαρμάττεις
τοὺς νέους ... τοῖς λόγοις γοητεύειν
γοητεύειν ... αὐτήν (τὴν σελήνην)
χάριτι καὶ λαμπρότητι τῆς ὄψεως γοητεύων
μήτε γοητευόμενοι μήτε βιαζόμενοι
• fascinar, encantar
ὅταν γοητεύῃ ὄφις ἀνθρώπους, σύνεσιν ὁ γοητευόμενος ἔχει
• abs. hacer magia, actuar como brujo
τῷ Ἐμπεδοκλεῖ γοητεύοντι
2 fig. engañar con palabrería, embaucar
ψευδόμενος τὰ πολλὰ καὶ γοητεύων τοῖν δυοῖν ὀβολοῖν ἕνεκα
- to bewitch, beguile, Plat.