γοητρίς Save DGE Bailly 2024 γοητρίς -ίδος, ἡ hechicera Gr.Nyss.Engast.102.2 (cód.), pero cf. γοητίς. γοητρίς, ίδος (ἡ) sorcière, Nyss. 2, 108 b Migne. Étym. γόης.