γυμνάδδομαι Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape γυμν-άδδομαι, Dor. for γυμνάζομαι, Ar. Lys. 82. γυμνάδδομαι, v. le suiv. fin. γυμνάδδομαι Dor. voor γυμνάζομαι, zie γυμνάζω. γυμνάδδομαι, lakon. = γυμνάζομαι, Ar. Lys. 82, s. γυμνάζω.