γυμναστήριον
γυμνᾰσ-τήριον, τό,
- = γυμνάσιον, Gal. 6.186: metaph., δικῶν Aristaenet. 2.3.
1 gimnasio
τὸ γ. εὐκρατότατον
• fig.
δικῶν γ. τὴν ἡμῶν ποιεῖται παστάδα
hace de nuestro dormitorio un lugar de ejercicio de los procesos
2 fig. tentación
ἐτέθη ... ὁ διάβολος ... εἰς δοκιμαστήριον καὶ γ. τοῖς ἀνθρώποις
γυμναστήριον, ου (τὸ) c. γυμνάσιον, Aristén. 2, 3.
γυμναστήριον, τό, = γυμνάσιον, Aristaen. 2.3.