διχόλωτος
διχόλωτος, doubly furious
δι-χόλωτος, ον,
- doubly furious, v.l. for τριχόλωτος, ἀνάγκη AP 9.168 (Pall.).
διχόλωτος, zwiefach erzürnt, stand Pallad. 9, wo (IX.168) τριχόλωτος aus dem cod. Vat. hergestellt.