δειλαιότης
δειλαιότης, misery
δειλαιότης, ητος, ἡ,
- misery, Sch. Ar. Eq. 1148.
infortunio, desgracia
βάλλ' εἰς δειλαιότητα
δειλαιότης, ητος, ἡ, Elend, Schol. Ar. Eq. 1148.
δειλαιότης, misery
infortunio, desgracia
βάλλ' εἰς δειλαιότητα