δείκηλον
δείκηλον, a representation, exhibition
- representation, exhibition, παθέων Hdt. 2.171.
- II reflection, image, A.R. 1.746; phantom, Id. 4.1672 (pl.).
- 2 sculptured figure, IG 14.1301, Lyc. 1179 (pl.), J. BJ 2.10.4, Porph. ap. Eus. PE 3.9.
1 representación, escenificación
τὰ δείκηλα τῶν παθέων αὐτοῦ ... ποιεῦσι, τὰ καλέουσι μυστήρια Αἰγύπτιοι
2 alucinación
(Μήδεια) ἐκ δ' ἀίδηλα δείκηλα προΐαλλεν
• representación conceptual
ἀνθρωπόμορφον τοῦ Διὸς τὸ δ. πεποιήκασιν
3 imagen
χαλκείῃ δ. ἐν ἀσπίδι φαίνετ' ἰδέσθαι
• esp. estatua
ἐν τῇ πόλει δείκηλον τίθεσθαι
ὡς οὐδὲ θεοῦ τι δ., οὐχ' ὅπως ἀνδρός
Ἄρηος
δεί]κηλα ... ἀργύρῳ ἀσκηθέντα
δείκηλα μὴ σέβουσι λαμπαδουχίαις
•Deriv. de *deik- ‘mostrar’, cf.
- a representation, exhibition, Hdt.