δείλακρος
δείλακρος, very pitiable
δείλ-ακρος, α, ον,
- pitiable, Ar. Pl. 973, Carm.Pop. 27.
desgraciado
ἐγὼ δὲ κατακέκνισμαι δειλάκρα
μὴ κακόν <σε> μέγα ποιήσῃ κἀμὲ τὰν δειλάκραν
δείλ·ακρος, α, ον [ᾰ] tout à fait malheureux, infortuné, Ar. Pl. 973 ; Ath. 697c.
Étym. δειλός, ἄκρος.
δείλακρος, α, ον, höchst feig, höchst elend, Ar. Pl. 973. Das fem. bei Ath. XV.697c.
δείλακρος
- very pitiable, Ar.