διάσημος
διάσημος, clear, distinct
- clear, distinct: neut. pl. as Adv., διάσημα θροεῖ S. Ph. 209 (lyr.).
- II conspicuous, eminent, Hippias Soph. 4 (Sup.), Plu. Dio 54; δ. κράνος Id. TG 17; γένει καὶ ἀξίᾳ BMus.Inscr. 481*.15 (ii A. D.): esp. in Sup., διασημοτάτη πόλις Epigr.Gr. 904 (Erythrae); διασημότατος, = Lat. clarissimus, IG 3.635; = perfectissimus, δ. ἡγεμών BGU 198.5 (ii A. D.), al., Epigr.Gr. 1078.10 (Adana); ἐπίτροπος Sammelb. 4421.5 (iii A. D.).
I muy claro, bien perceptible c. dat.
ἵνα μὴ δ. εἴη τοῖς πολεμίοις
• neutr. plu. como adv.
διάσημα γὰρ θροεῖ
διάσημον καὶ περιβόητον ἀπέφηνε τὴν εὐσέβειαν τοῦ προφήτου
II
1 de pers. eminente, notable, distinguido frec. en sup.
πλείστοις ἐγήματο τῶν διασημοτάτων
τῶν τε ἀπὸ τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ τῶν ἄλλως διασημοτάτων
οἱ γονέων διασήμων
los (nacidos) de padres notablesγυνή
διασημότατος φιλόσοφος
κατά τε χεῖρα καὶ συνέσει
εὐμορφίᾳ
ἐν τοῖς ἀγῶσι
γένει καὶ ἀξίᾳ
• tb. de dioses
ἡ διασημοτάτη θεὰ Δημήτηρ
• neutr. plu. como adv.
μεταπαρέλαβεν διασημότατα τὴν δαιδουχίαν
• sup. como tratamiento eminentísimo, ilustrísimo
διασημότατος ἐπίτροπος
ἡγεμών
καθολικὸς τῆς Ἀφρικῆς
2 de cosas y abstr. muy especial o distinto, célebre, importante
διάσημον ἐσθῆτα φέρουσιν
κράνος
ἐμπόρια
ἔργον
ὄνομα τοῦ κυρίου διασημότερον
ἱερόν
ἡ διασημοτάτη Ἐρύθρου πόλις
τί πράξας ἐπιφανὲς καὶ δ.
αἱρέσεις
III adv. -ως solemnemente
ἀεὶ δι]ασήμως ἀφηγούμενος τῶν νεανίσκων
δ. καὶ διαπρυσίως ἐλάλησαν
1. duidelijk;
2. opvallend, opmerkelijk, uitblinkend.
- Iclear, distinct: neut. pl. as adv., διάσημα θρηνεῖ Soph.
- IIconspicuous, Plut.