About Report a problem

Menu

διασιλλαίνω

διασιλλαίνω, mock, jeer at

διασιλλ-αίνω,
  • mock, jeer at, c. acc., Luc. Lex. 24; πράγματα καὶ δόγματα Iamb. Protr. 21.λαʹ; τινὰ ἐπί τινι Alciphr. 3.62.

Saved

Recent