διασιλλαίνω
διασιλλαίνω, mock, jeer at
διασιλλ-αίνω,
- mock, jeer at, c. acc., Luc. Lex. 24; πράγματα καὶ δόγματα Iamb. Protr. 21.λαʹ; τινὰ ἐπί τινι Alciphr. 3.62.
1 mofarse, burlarse de
τὰ τῶν ἄλλων
αὐτόν
με
πράγματα καὶ δόγματα
2 estar disgustado Phot.
δια·σιλλαίνω (impf. διεσίλλαινον) se moquer de, railler, acc. Luc. Lex. 24 ; Alciphr. 3, 62 ; Jambl. Protr. p. 368.
διασιλλαίνω, verhöhnen, Luc. Lexiph. 24 u. a.Sp.