διαβηματίζω
διαβηματίζω, step out, pace out
δια-βημᾰτίζω,
- step out, pace out, Aq. 2 Ki. 6.13.
avanzar
διεβημάτισαν ... ἓξ βήματα
διαβηματίζω [μᾰ] (seul. ao. 3 pl. διεβημάτισαν) marcher, Aqu. 2 Reg. 6, 13.
Étym. διάβημα.