διαθρυμματίς
διαθρυμμᾰτίς, ίδος, ἡ,
- = θρυμματίς, Antiph. 90.
un tipo de pastel
Σικελῶν δὲ τέχναις ἡδυνθεῖσαι δαιτὸς διαθρυμματίδες
δια·θρυμματίς, ίδος (ἡ) [μᾰ] sorte de gâteau, Antiph. (Ath. 661f) ; cf. θρυμματίς.