διακροβολισμός
διακροβολισμός, skirmishing, mock-fight
διακροβολ-ισμός, ὁ,
- skirmishing, mock-fight, Str. 3.3.7.
lanzamiento de proyectiles
τελοῦσι δὲ καὶ ἀγῶνας ... διακροβολισμῷ
διακροβολισμός, οῦ (ὁ) escarmouche, Str. 155.
Étym. διακροβολίζομαι.
διακροβολισμός, ὁ, das Plänkeln, Scharmützeln, Strab. III p. 155.