About Report a problem

Menu

διάκτωρ

διάκτωρ, ορος, ὁ,
  • = διάκτορος, βούταν δ. AP 10.101 (Bianor); διάκτορσι· ἡγεμόσι, βασιλεῦσιν, Hsch.

Saved

Recent