διάκτωρ
διάκτωρ, ορος, ὁ,
- = διάκτορος, βούταν δ. AP 10.101 (Bianor); διάκτορσι· ἡγεμόσι, βασιλεῦσιν, Hsch.
1 guía, conductor
(δάμαλις) βούταν μὲν τρομέουσα διάκτορα
•
διάκτορσιν· ἡγεμόσι, βασιλεῦσιν
2 mensajero
διάκτωρ, ορος (ὁ) c. le préc. Anth. 10, 101.
διάκτωρ, ορος, ὁ, = διάκτορος, Bian. (X.101); VLL.
tu mensajero es el niño que todo lo sabe