Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διακρότως
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διακρίβεια
διακριβεύω
διακριβολογέομαι
διακριβόω
διακρίβωσις
διακριβωτέον
διακριβωτέος
διακριδά
διακριδόν
Διακριεῖς
διάκριμα
διακρίνω
Διάκριοι
διάκρισις
διακριτέον
διακριτέος
διακριτήριον
διακριτής
διακριτικός
διακριτικότης
διακριτικῶς
διάκριτος
Διάκριτος
διακριτός
διακροάομαι
διακροβολίζομαι
διακροβολισμός
διάκροκον
διάκροκος
διακροτέω
διακρότως
διάκρουσις
διακρουστέον
διακρουστικός
διακρούω
διακρύπτω
διακτάομαι
διακτενίζω
διακτενισμός
διακτέον
διακτήρ
διακτηρία
διακτορέω
διακτορία
Διακτορίδης
διακτορίη
Διακτόριος
διάκτορος
δίακτος
διακτυπέω
διάκτωρ
διακυβερνάω
διακυβέρνησις
διακυβερνητικός
διακυβεύω
διακυβιστάω
διακυδόμεναι
διακυκάω
διακυλινδέω
διακυλίω
διακυμαίνω
…
διακρότως
Save
LSJ
DGE
διακρότως, Adv.
= ἀποκρότως,
Hsch.
διακρότως·
σκληρῶς. ἀποκρότως
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}