διακριβωτέον
διακριβωτέον, one must examine minutely
διακρῑβ-ωτέον,
- one must examine minutely, Plu. Lys. 12.
hay que describir minuciosamente
ταῦτα μὲν οὖν ἑτέρῳ γένει γραφῆς δ.
διακριβωτέον [ῑβ] vb. de διακριβόω, Plut. Lys. 12.