διακριτέον
διακριτέον, one must decide
δια-κρῐτέον,
- one must decide, D.L. 9.92: pl. -έα Th. 1.86.
- 2 one must distinguish, Dsc. 5.106, Porph. Abst. 2.50, Iamb. Myst. 2.2: Adj. -κριτέος, α, ον, to be distinguished, Philostr. Gym. 33.
- 3 one must separate, Sor. 2.89.
I
1 hay que decidir
οὐδὲ δίκαις καὶ λόγοις διακριτέα μὴ λόγῳ καὶ αὐτοὺς βλαπτομένους
2 hay que distinguir
ὃν δ. τῷ τῆς γεύσεως κριτηρίῳ
δ. ταῦτα ἀπ' ἀλλήλων
περὶ ἑκάστου πράγματος τῆς οὐσίας τὰ συμβεβηκότα δ.
II medic.
1 hay que diagnosticar
τὸ ... ῥαφανηδὸν γινόμενον κάταγμα
αὐτὰ τοῖς ἐφεξῆς εἰρησομένοις σημείοις
2 hay que separar, hay que amputar
τὴν πρόσφυσιν
διακριτέον [ῐτ] Diosc. 5, 123 ; DL. 9, 92 ; et plur. διακριτέα, Thc. 1, 86, vb. de διακρίνω.