διαπιπράσκω
διαπιπράσκω, to sell off
διαπιπράσκω,
- sell off, PTeb. 5.192 (ii B.C.), etc.; οὐσίαν Plu. Comp.Lys.Sull. 3.
vender, poner en venta
οὐσίαν μεγάλην
τὰ λοιπὰ τῶν ... δεδημευμένων
• οἱ διαπιπράσκοντες los vendedores
ὅπλα
• en v. pas.
τὰ μὲν τούτων αὐτίκα ἐδημεύετο καὶ διεπιπράσκετο
ἡ τιμὴ τοῦ διαπραθέντος αὐτῇ παρ' ἡμῶν οἴνου
δια·πιπράσκω (prés. part. -άσκων) adjuger en vendant : δ. οὐσίαν τιμῆς τῆς τυχούσης, Plut. Lys. c. Syll. 3, adjuger un bien au premier prix venu, c. à d. à vil prix.
διαπιπράσκω, (πιπράσκω), verkaufen (in einzelnen kleinen Teilen), οὐσίαν τιμῆς τῆς τυχούσης, für jeden Preis, Plut. Lysand. et Sull. 3, u. Sp.
διαπιπράσκω
- to sell off, Plut.