Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαριθμητικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαπωτάομαι
διαρα-
διαραίνω
διάραιος
διαραίω
διαράομαι
διαραπίζω
διαραπισμός
διαράσσω
διάργεμος
διαργυρίζω
διάργυρος
διαργυρόω
διάρδω
διαρέμβομαι
διαρέσκεια
διαρετίζομαι
διάρημα
Διάρης
διαρήσσω
διαρθρέω
διάρθρημα
διάρθρησις
διαρθρόω
διάρθρωσις
διαρθρωτέον
διαρθρωτικός
διαρίζομαι
διαριθμέω
διαρίθμησις
διαριθμητικός
διαρικνόομαι
διαρίνησις
διαρινήτης
διαρινητός
διάρινον
διάριον
διαριπίζομαι
διαρίπτω
διαριστάομαι
διαριστεύομαι
διάρκεια
διαρκέω
διαρκής
διαρκούντως
διαρκῶς
δίαρμα
διαρμένιος
διάρμενος
διαρμόζω
διαρνέομαι
διαρόγχαι
διαροθέω
διαρομβέομαι
διάροσις
διάρουρον
διαρόω
διαρπαγή
διάρπαγμα
διαρπαγμός
διαρπάζω
…
διαριθμητικός
Save
LSJ
διᾰριθμ-ητικός,
v.l. for διαρθρωτικός,
Epict.
Ench.
52.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}