διάρκεια
διάρκεια, sufficiency
διάρκ-εια, ἡ,
- sufficiency, τῆς τροφῆς Thphr. CP 1.11.6.
suficiencia
τῆς τροφῆς
διάρκεια, ας (ἡ) quantité suffisante, Th. C.P. 1, 11, 6.
Étym. διαρκής.
διάρκεια, ἡ, die Hinlänglichkeit, Ausdauer, τῆς τροφῆς, Theophr.