διάρημα
διάρημα, ατος, τό,
- = λέμβος, Procop. Aed. 6.1 (pl.).
embarcación para el transporte de grano
ἐς λέμβους ... οὕσπερ καλεῖν διαρήματα νενομίκασιν
embarcación para el transporte de grano
ἐς λέμβους ... οὕσπερ καλεῖν διαρήματα νενομίκασιν