διαρκούντως
διαρκούντως, sufficiently
διαρκ-ούντως, Adv.
- sufficiently, dub. l. in J. AJ 14.13.9.
adv. suficientemente
σίτου τε ὄντος ἐν τῷ χωρίῳ ... δ. αὐτοῖς
διαρκούντως, adv. suffisamment, Jos. p. 646, 22.
Étym. διαρκέω.
διαρκούντως, hinreichend, Jos.