διαρνέομαι
διαρνέομαι, deny
διαρνέομαι,
- deny, Petr. Patr.p.434D., Just. Nov. 18.10.
negar
διηρνήσατο μόνον τὸ τόπον εἶναι τῶν συναλλαγμάτων τὴν Νίσιβιν
ὁ μέχρι παντὸς διαρνηθεὶς ἐκείνου ταῦτα μὴ γενέσθαι