διαρπαγή
διαρπαγή, plundering
διαρπ-ᾰγή, ἡ,
- plundering, Hdt. 9.42, Plb. 10.16.6, PMasp. 4.13 (vi A. D.).
saqueo, pillaje
μετά δὲ τήν διαρπαγὴν ἀπολέσθαι πάντας
ἅπασα δ' ἡ χώρα ταραχῆς καὶ διαρπαγῆς ἔγεμεν
ἵνα μὴ δ. ὑπὸ τοῦ πλήθος γένηται
δόμων
αὐτοῦ
τῶ[ν το]ῦ [θ]εοῦ χρημάτων
τῶν ἀγρῶν
τῶν θεωρῶν
διαρπαγή, ῆς (ἡ) [πᾰ]
1 pillage, Hdt. 9, 42 ; Spt. Num. 14, 3 ; etc. ||
2 concussion, Pol. 10, 16, 6.
Étym. διαρπάζω.
διαρπαγή, ἡ, das Plündern, Her. 9.42 ; Pol. 10.16.6 ; DS. 12.41.