Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαρρέμβομαι
διαρρέμβομαι, dawdle
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δίαρμα
διαρμένιος
διάρμενος
διαρμόζω
διαρνέομαι
διαρόγχαι
διαροθέω
διαρομβέομαι
διάροσις
διάρουρον
διαρόω
διαρπαγή
διάρπαγμα
διαρπαγμός
διαρπάζω
διάρπασις
διάρπασμα
διαρραγείης
διαρραγή
διαρραίνω
διαρραίω
διάρραμμα
διαρραντίζω
διαρραπίζω
διαρραπιστέον
διαρραπτέον
διαρράπτω
διαρραφή
διαρραχίζω
διαρραψῳδέω
διαρρέμβομαι
διαρρέπω
διαρρέω
διάρρηγμα
διαρρήγνυμι
διαρρηγνύω
διαρρήδην
διαρρήκτης
διάρρηξις
διάρρησις
διαρρήσσω
διαρρητορεύω
διαρρικνόομαι
διάρριμμα
διαρρίμματα
διαρρινάω
διαρρινέω
διαρρίνησις
διάρρινον
διαρριπίζω
διαρριπτέω
διαρρίπτω
διαρριφά
διαρριφή
διάρριψις
διάρροδος
διαρροή
διαρροθέω
διάρροια
Διάρροια
διαρροιζέω
…
διαρρέμβομαι
Save
διαρρέμβομαι, dawdle
LSJ
διαρρέμβομαι,
dawdle,
Anon.
ap.
Suid.
s.v. ῥεμβώδης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}