διαρρήσσω
διαρρήσσω,
- = διαρρήγνυμι, Babr. 38.7, Ev.Luc. 8.29, Artem. 4 Praef.:—Pass., Ps.-Callisth. 1.46.
1 romper, partir
πέτρας
με ... διαρρήσει
las cuñas al pinoδεσμά
τὴν ἐσθῆτα
τὸν χάρτην
2 v. med. romperse
διερρήσσετο δὲ τὰ δίκτυα
διαρρήσσεται ἡ Καδμεία πύλη
δια·ρρήσσω, c. διαρρήγνυμι, Babr. 38, 7 ; NT. Luc. 8, 29.
διαρρήσσω, durchreißen, durchhauen ; διαρρήσσοντες var. lect. bei Homer Il. 23.120, Eust. p. 1291.59 ἕτεροι δὲ ἀντὶ τοῦ διαπλήσσοντες διαρρήσσντες γράφουσιν, s. s.v. διαπλήσσω ; vgl. διαρρήγνυμι, ῥήσσω.
φάνηθί μοι, κύριε, μεγαλώνυμε, ... ὁ διαρρήσσων πέτρας καὶ κινῶν ὀνόματα θεῶν
muéstrate a mí, señor, tú que tienes un gran nombre, tú que rompes las piedras y conmueves los nombres de los dioses