διαρραπίζω
διαρραπίζω, cuff soundly
διαρρᾰπίζω,
- cuff soundly, Hld. 7.7, 8.9 (Pass.).
golpear, abofetear
διαραπίσαντές με καὶ λακτίσαντες εἰς τὴν κοιλίαν
ἐνοχλοῦσαν ... διερράπισεν
abofeteó a la importunaδιαρραπισθῆναι κελεύσασα
• fig. golpear, forjar en v. pas., de pers.
διερραπισμένοι glos. a κεκροτημένοι
διεπάλυνεν· διερραπίσθη
δια·ρραπίζω [ρᾰ] (ao. διερράπισα) souffleter, frapper, Hld. 7, 7 ; 8, 9.
διαρραπίζω, durchohrfeigen, Heliod. 7.7.